εὐήρεια
εὐήρεια· εὔπλοια, εὐχέρεια, Hsch., cf. EM 390.50. (Leg. εὐηερίη (
- = εὐαερία), cf. the corrupt gloss εὐηχερία· εὐηρία, εὔπλοια, Hsch.)
εὐήρεια, ἡ, nach EM. = εὐχέρεια, εὐπέτεια.