About Report a problem

Menu

εὐήρατος

εὐήρατος, lovely

εὐήρᾰτος, ον, (ἔραμαι)
  • lovely, σταθμοί Pi. O. 5.9; φιλοφροσύναι ib. 6.98; κάλλος Telest. 1.6.

Saved

Recent