εὐήρατος
εὐήρατος, lovely
εὐήρᾰτος, ον, (ἔραμαι)
- lovely, σταθμοί Pi. O. 5.9; φιλοφροσύναι ib. 6.98; κάλλος Telest. 1.6.
εὐ·ήρατος, ος, ον [ᾰ] très aimable, charmant, Pd. O. 5, 9 ; 6, 98 ; P. 9, 8 ; Télest. 1, 7.
Étym. εὖ, ἔραμαι.
εὐήρατος, liebenswürdig, σταθμοί, φιλοφροσύναι, ῥίζα χθονός, Pind. Ol. 5.9, 6.98, P. 9.8 ; κάλλος Telest. bei Ath. XIV.617a.
εὐήρᾰτος, -ον
- 1well loved ἵκων δʼ Οἰνομάου καὶ Πέλοπος παρʼ εὐηράτων σταθμῶν O. 5.9 σὺν δὲ φιλοφροσύναις εὐηράτοις O. 6.98 ῥίζαν ἀπείρου τρίταν εὐήρατον (i. e. Λιβύαν) P. 9.8 εὐηρ[ατʼ (supp. Blass) ?fr. 333a. 14.