εὐαίνητος
εὐαίν-ητος, ον,
- = foreg., Ὀρφεύς Pi. P. 4.177.
εὐ·αίνητος, ος, ον, bien loué, Pd. P. 4, 177.
Étym. εὖ, αἰνέω.
εὐαίνητος, wohl gepriesen, Ὀρφεύς, Pind. P. 4.177.
εὐαίνητος
- 1much praised εὐαίνητος Ὀρφεύς P. 4.177