εὐαισθητικός
εὐαισθητικός, sensory
εὐαισθ-ητικός, ή, όν, = sq., Gal. 16.360; δύναμις
- sensory faculty, Steph. in Gal. 1.234 D.
εὐαισθητικός, ή, όν, c. le suiv. Gal. 16, 360.
εὐαισθητικός, sensory