εὐαπήγητος Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape Middle Liddell εὐαπήγητος, ον, Ion. for εὐαφήγητος. εὐαπήγητος, v. εὐαφήγητος. εὐαπήγητος Ion. voor εὐαφήγητος. εὐαπήγητος, ion. = εὐαφήγητος. εὐαπήγητος, ον Ionic for εὐαφήγητος.