Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
εὐαποκρίτως
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Εὐάνθης
εὐάνιος
εὐάνοικτος
εὐανορία
εὐαντέω
εὐάντης
εὐαντής
εὐάντητος
εὐαντίλεκτος
εὐαντόλως
εὐάντυξ
εὐάνωρ
εὐάξιος
εὐαξίωτος
εὔαξος
εὐάξων
εὐαπάλλακτος
εὐαπαλλάκτως
εὐαπαντησία
εὐαπάντητος
εὐαπάρτιστος
εὐαπάτητος
εὐαπήγητος
εὐαπόβατος
εὐαπόβλητος
εὐαπόδεικτος
εὐαπόδεκτος
εὐαπόδοτος
εὐαποκριτικός
εὐαπόκριτος
εὐαποκρίτως
εὐαποκύλιστος
εὐαπολόγητος
εὐαπόλυτος
εὐαπόνιπτος
εὐαπόπλυτος
εὐαπόπνοος
εὐαπόπτωτος
εὐαπόρρυτος
εὐαπόσβεστος
εὐαπόσειστος
εὐαποσείστως
εὐαπόσπαστος
εὐαποτείχιστος
εὐαπόφυκτος
εὔαρ
εὐαρδής
Εὔαρδις
εὐάρεσκος
εὐαρεστέω
εὐαρέστημα
εὐαρεστήριος
εὐαρέστησις
εὐαρεστητέον
εὐαρεστία
εὐαρεστικός
εὐάρεστος
εὐαρέστως
εὐάρητος
εὐαρίθμητος
εὐάριθμος
…
εὐαποκρίτως
Save
Bailly 2024
εὐαποκρίτως
[
ᾰῐ
]
adv.
de manière à répondre facilement,
Artém.
4, 63
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}