εὐαρεστήριος
εὐαρεστήριος, propitiatory
εὐᾰρεστ-ήριος, ον,
- propitiatory, θυσίαι v.l. for ἀρεστήριος, D.H. 1.67.
εὐαρεστήριος, ος, ον [ᾰ] propitiatoire, DH. 1, 67.
εὐαρεστήριος, θυσίαι, v.l. bei Dion.Hal. 1.67. für ἀρεστήριοι, versöhnend.