Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
εὐαπόσειστος
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
εὐάντυξ
εὐάνωρ
εὐάξιος
εὐαξίωτος
εὔαξος
εὐάξων
εὐαπάλλακτος
εὐαπαλλάκτως
εὐαπαντησία
εὐαπάντητος
εὐαπάρτιστος
εὐαπάτητος
εὐαπήγητος
εὐαπόβατος
εὐαπόβλητος
εὐαπόδεικτος
εὐαπόδεκτος
εὐαπόδοτος
εὐαποκριτικός
εὐαπόκριτος
εὐαποκρίτως
εὐαποκύλιστος
εὐαπολόγητος
εὐαπόλυτος
εὐαπόνιπτος
εὐαπόπλυτος
εὐαπόπνοος
εὐαπόπτωτος
εὐαπόρρυτος
εὐαπόσβεστος
εὐαπόσειστος
εὐαποσείστως
εὐαπόσπαστος
εὐαποτείχιστος
εὐαπόφυκτος
εὔαρ
εὐαρδής
Εὔαρδις
εὐάρεσκος
εὐαρεστέω
εὐαρέστημα
εὐαρεστήριος
εὐαρέστησις
εὐαρεστητέον
εὐαρεστία
εὐαρεστικός
εὐάρεστος
εὐαρέστως
εὐάρητος
εὐαρίθμητος
εὐάριθμος
εὐαρίστως
εὔαρκτος
εὐάρματος
εὐαρμοστέω
εὐαρμοστία
εὐάρμοστος
εὐαρμόστως
Εὐάρνη
εὔαρνος
εὐάροτος
…
εὐαπόσειστος
Save
Pape
εὐαπόσειστος
,
leicht abzuschütteln
, adv., Chrysipp. Plut.
stoic.rep
. 10.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}