θαλασσόπρασον
θαλασσόπρασον, sea-weed
θᾰλασσό-πρᾰσον, τό,
- sea-weed, Ath.Mech. 18.5.
θαλασσό·πρασον, ου (τὸ) [θᾰρᾰ] algue marine, Athénée méc. 18, 5.
Étym. θάλασσα, πράσον.
θαλασσόπρασον, sea-weed