θελξίφρων
θελξίφρων, charming the heart
θελξίφρων, ον, gen. ονος,
- = θελξίνοος, Ἔρωτες E. Ba. 404 (lyr.); παλμός AP 9.505.17; of Apollo, ib. 525.9.
θελξί·φρων, ων, ον, gén. ονος, qui charme le cœur, Eur. Bacch. 402 ; Anth. 9, 505.
Étym. θ. φρήν.
θελξίφρων, ον, = θελξίνοος ; ἔρωτες Eur. Bacch. 402 ; παλμός Ep.adesp. (IX.505); so heißt Apollo, Hymn. in Apoll. (IX.525.9); oft Nonn.
θελξίφρων
φρήν
= θελξίνοος, Eur., Anth.