θέλκτωρ
θέλκ-τωρ,
- = θελκτήρ, A. Supp. 1040 (lyr., θεάκτ- cod. M), cf. Suid. (θελκτώ codd.).
θέλκτωρ, ορος (ὁ, ἡ), c. θελκτήριος, Eschl. Suppl. 1040.
θέλκτωρ, ορος, = θελκτήριος, Πειθώ Aeschyl. Suppl. 1023.