θέλκτρον
θέλκτρον, charm, spell
θέλκ-τρον, τό,
- = θελκτήριον, S. Tr. 585, prob. in A.R. 1.515 (nisi leg. θελκτύν).
θέλκτρον, ου (τὸ) c. θελκτήριον, Soph. Tr. 585.
θέλκτρον, τό, = θελκτήριον, καὶ φίλτρα Soph. Tr. 585.
θέλκτρον, ου, τό,
= θελκτήριον, Soph.