θεραπαινίς
θεραπαινίς, female slave
θεραπαιν-ίς, ίδος, ἡ,
- = θεράπαινα, Pl. Lg. 808a, Men. 142, Parth. 10.2.
θεραπαινίς, ίδος (ἡ) [ρᾰ] petite servante, Plat. Leg. 808a.
Étym. θεράπαινα.
θεραπαινίς, ίδος, ἡ, Dienerin, Magd, Plat. Legg. VII.808a.
θεραπαινίς
θερᾰπαινίς, ίδος
= θεράπαινα, Plat.