θεραπίδιον
θεραπίδιον, a means of cure
θερᾰπ-ίδιον, τό,
- means of cure, Sch. Luc. Alex. 21.
θεραπίδιον, τό, das Heilmittel, Schol. Luc. Alex. 21.
θεραπίδιον, ου, τό,
θεραπεύω
- a means of cure, Luc.