θεραπευτρίς
θερᾰπ-ευτρίς, ίδος, ἡ,
- = foreg. [θεραπεύτρια], Ph. 1.261, 655: pl., as title of certain female ascetics, Id. 2.471.
θεραπευτρίς, ίδος (ἡ) [ᾰ] religieuse, Phil. 1, 261, 655.
Étym. fém. de θεραπευτήρ.
θεραπευτρίς, ίδος, ἡ, fem. zu θεραπευτής, Philo.