θεραπηΐς Save Bailly 2024 Pape θεραπηΐς, ΐδος [ᾰ] adj. f. qui honore, Oracl. (Jul. 451b). Étym. θεραπεύω. θεραπηΐς, ίδος, ἡ, = θεραπευτική, Sp.