θεραπεύω
θεραπεύω, θεραπεύω, look after, tend (verb)
- to be an attendant, do service, once in Hom., Od. 13.265:—Med., h.Ap. 390.
- II do service to the gods, ἀθανάτους, θεοὺς θ., Hes. Op. 135, Hdt. 2.37, X. Mem. 1.4.13, etc.; δαίμονα Pi. P. 3.109; Διόνυσον, Μούσας, E. Ba. 82 (lyr.), IT 1105 (lyr.); θ. Φοίβου ναούς serve them, Id. Ion 111 (anap.): abs., worship, Lys. 6.51; do service or honour to oneʼs parents, E. Ion 183 (lyr.), Pl. R. 467a, Men. 91a; serve, wait upon a master, Id. Euthphr. 13d, cf. Ar. Eq. 59, 1261, etc.; θ. τὰς θήκας reverence menʼs graves, Pl. R. 469a.
- 2 in Prose, pay court to, [τινα] Hdt. 3.80, etc.; in bad sense, flatter, wheedle, Th. 3.12; θ. τὸ πλῆθος, τοὺς πολλούς, Id. 1.9, Plu. Per. 34; conciliate, τινὰ χρημάτων δόσει Th. 1.137, cf. Hdn. 2.2.8; τὸ θεραπεῦον,= οἱ θεραπεύοντες, Th. 3.39; θ. γυναῖκα pay her attention, X. Cyr. 5.1.18; also τὰς θύρας τινὸς θ. wait at a manʼs door, ib. 8.1.6; αὐλὰς θ. καὶ σατράπας Men. 897; αὐλὰς βασιλικὰς θ. D.L. 9.63.
- 3 of things, consult, attend to, τὸ ξυμφέρον Th. 3.56; ἡδονὴν θ. indulge oneʼs love of pleasure, X. Cyr. 5.5.41; θ. τὸ παρόν look to, provide for the present, S. Ph. 149 (anap.); τὸ ναυτικόν Th. 2.65; τὴν ἄνοιξιν τῶν πυλῶν Id. 4.67; θ. τοὺς καιρούς D. 18.307: c. inf., take care that . ., θ. τὸ μὴ θορυβεῖν, μὴ λείπεσθαι, Th. 6.61, 7.70; θ. ὅπως πολιτεύσουσι Id. 1.19; θ. ὡς . . Longus 4.1.
- 4 θ. τὸ σῶμα take care of oneʼs person, Pl. Grg. 513d; θ. αὑτούς Plu. Eum. 9; θ. τὰς τρίχας Longus 4.4; μύροις χαίτην θ. Archestr. Fr. 62.3; θ. τοὺς πόδας LXX 2 Ki. 19.24: c. acc. et inf., θ. κόμην φαίνεσθαι λιπαράν Plu. Lyc. 22.
- 5 foster, τὴν ψυχήν, τὴν διάνοιαν, Pl. Cra. 440c, R. 403d; θ. κάδεα brood over sorrows, Pi. I. 8(7).8.
- 6 θ. ἡμέρην observe a day, keep it as a feast, Hdt. 3.79; ἱερὰ -όμενα Th. 4.98.
- 7 treat medically, Hp. VM 9, Th. 2.47, 51; τοὺς τετρωμένους X. Cyr. 3.2.12; τραύματα Phld. Piet. 89; μὴ θεραπεύειν βέλτιον· θεραπευόμενοι γὰρ ἀπόλλυνται ταχέως Hp. Aph. 6.38; ταύτην τὴν θεραπείαν θεραπεύσεσθαι Antipho 4.2.4; θ. νόσημα Isoc. 19.28; σώματα -όμενα Pl. Lg. 684c; ὀφθαλμούς Arist. EN 1102a19: abs., οἱ θεραπεύοντες Phld. Ir. p.29 W.: metaph., ὁ κοινὸς ἰατρός σε θεραπεύσει χρόνος Philippid. 32; λύπην . . οἶδε θεραπεύειν λόγος Men. 591; τὰ πονοῦντα μέρη τῆς νεώς D.S. 4.41; τὰς ὑποψίας allayed, Plu. Luc. 22; ὑπόνοιαν Phlp. in de An. 408.3; δυστυχίαν assuage it, Luc. Ind. 6.
- 8 of animals, train, ἵππους Pl. Grg. 516e.
- 9 of land, cultivate, X. Oec. 5.12; of trees, train, Hdt. 1.193; στέλεχος Thphr. HP 2.7.3.
- 10 prepare, dress, food or drugs, Archestr. Fr. 13.4, al., Dsc. 2.76 (Pass.).
- 11 mend garments, PGiss. 79iv3 (Pass., ii A.D.).
1. dienaar zijn.
2. (be)dienen, vereren,
3. verzorgen:
4. zorgen voor, aandacht schenken aan, met acc. v. zaak:
[θεράπων.]
To do service to, serve.
With dat.: ᾧ πατρί Od. 13.265.
- 1heed, devote oneself to c. acc. τὸν δʼ ἀμφέποντʼ αἰεὶ φρασὶν δαίμον ἀσκήσω κατʼ ἐμὰν θεραπεύων μαχανάν P. 3.109 κρυφίαισι γὰρ ἐν ψάφοις Ὀδυσσῆ Δαναοὶ θεράπευσαν (i. e. favoured, sc. in the contest between Aias and Odysseus over the arms of Achilles) N. 8.26 ἢ γυναικείῳ θράσει ψυχρὰν φορεῖται πᾶσαν ὁδὸν θεραπεύων (sc. ὁδὸν, ἀπὸ κοινοῦ; others supp. γυναῖκας in their devotion to) fr. 123. 9. μήτε κάδεα θεράπευε I. 8.7
Strong 2323
1. to do service, serve: c. acc. pers., pass., Ac 17:25.
2. As medical term, to treat (MM, Exp., xv), cure, heal: Mt 12:10, Mk 6:5, Lk 6:7, al.; c. acc. pers., Mt 4:24, Mk 1:34, al.; seq. ἀπό, Lk 5:15 6:18 7:21 8:2, 43; θ. νόσον (μαλακίαν), Mt 4:23, al.
- Ito be an attendant, do service, Od.
- 2to do service to the gods, Lat. colere deos, Hes., Hdt., Attic:— to do service or honour to oneʼs parents or masters, Eur., Plat.
- 3to serve, court, pay court to, τινά Hdt., Ar., etc.; and in bad sense, to flatter, wheedle, Thuc.: to conciliate, Thuc.; τὸ θεραπεῦον οἱ θεραπεύοντες, Thuc.
- 4of things, to consult, attend to, Lat. inservire, Thuc.; ἡδονὴν θερ. to indulge oneʼs love of pleasure, Xen.; τὰς θύρας τινὸς θερ. to wait at a great manʼs door, Xen.
- IIto take care of, provide for men, of the gods, Xen.
- 2of things, to attend to, provide for, Soph., Thuc., etc.
- 3θερ. τὸ σῶμα to take care of oneʼs person, Lat. cutem curare, Plat.
- 4to treat medically, to heal, cure, Thuc., Xen.
- 5θ. ἡμέρην to observe a day, keep it as a feast, Hdt.; θ. τὰ ἱερά Lat. sacra procurare, Thuc.
- 6of land, to cultivate, Xen.; δένδρον θερ. to train a tree, Hdt.
-
…ὁμολογεῖν πᾶσαν ἀρχήν, καθʼ ὅσον ἀρχή, μηδενὶ ἄλλῳ τὸ βέλτιστον σκοπεῖσθαι ἢ ἐκείνῳ, τῷ ἀρχομένῳ τε καὶ θεραπευομένῳ, ἔν τε πολιτικῇ καὶ ἰδιωτικῇ ἀρχῇ. σὺ δὲ τοὺς ἄρχοντας ἐν ταῖς πόλεσιν, τοὺς ὡς ἀληθῶς ἄρχοντας…
Plato, Republic
-
…ὅτι οἴει τοὺς ποιμένας ἢ τοὺς βουκόλους τὸ τῶν προβάτων ἢ τὸ τῶν βοῶν ἀγαθὸν σκοπεῖν καὶ παχύνειν αὐτοὺς καὶ θεραπεύειν πρὸς ἄλλο τι βλέποντας ἢ τὸ τῶν δεσποτῶν ἀγαθὸν καὶ τὸ αὑτῶν, καὶ δὴ καὶ τοὺς ἐν ταῖς πόλεσιν…
Plato, Republic
-
…πράττειν, ἤ σε λανθάνει ; ἦν δʼ ἐγώ. τοῦ πέρι ; ὅτι μέλλεις τὴν ψυχὴν τὴν σαυτοῦ παρασχεῖν θεραπεῦσαι ἀνδρί, ὡς φῄς, σοφιστῇ · ὅτι δέ ποτε ὁ σοφιστής ἐστιν, θαυμάζοιμʼ ἂν εἰ οἶσθα. καίτοι…
Plato, Protagoras
-
…ζημία ἐὰν μὴ ἐπίστωνται, ἐφʼ ᾧ δὲ ἥ τε ζημία θάνατος αὐτῶν τοῖς παισὶ καὶ φυγαὶ μὴ μαθοῦσι μηδὲ θεραπευθεῖσιν εἰς ἀρετήν, καὶ πρὸς τῷ θανάτῳ χρημάτων τε δημεύσεις καὶ ὡς ἔπος εἰπεῖν συλλήβδην τῶν οἴκων ἀνατροπαί, ταῦτα…
Plato, Protagoras
-
…ἀθάνατον μνήμην διὰ τὴν ἀρετὴν ; τὴν ; αὑτῶν κατέλιπον · ὅμως δʼ ἀνάγκη τοῖς ἀρχαίοις ἔθεσι χρῆσθαι, καὶ θεραπεύοντας τὸν πάτριον νόμον ὀλοφύρεσθαι τοὺς θαπτομένους. Πρὸς Σίμωνα ἀπολογία πολλὰ καὶ δεινὰ συνειδὼς Σίμωνι, ὦ βουλή, οὐκ…
Lysias, Speeches
-
…σῶμά τε αὔταρκες ὂν οὐδὲν διεφάνη πρὸς αὐτὸ ἰσχύος πέρι ἢ ἀσθενείας, ἀλλὰ πάντα ξυνῄρει καὶ τὰ πάσῃ διαίτῃ θεραπευόμενα. δεινότατον δὲ παντὸς ἦν τοῦ κακοῦ ἥ τε ἀθυμία ὁπότε τις αἴσθοιτο κάμνων πρὸς γὰρ τὸ ἀνέλπιστον εὐθὺς τραπόμενοι…
Thucydides, The Peloponnesian War
-
…, παυρίδιον ζώεσκον ἐπὶ χρόνον, ἄλγεʼ ἔχοντες ἀφραδίῃς · ὕβριν γὰρ ἀτάσθαλον οὐκ ἐδύναντο ἀλλήλων ἀπέχειν, οὐδʼ ἀθανάτους θεραπεύειν ἤθελον οὐδʼ ἔρδειν μακάρων ἱεροῖς ἐπὶ βωμοῖς, ᾗ θέμις ἀνθρώποις κατὰ ἤθεα. τοὺς μὲν ἔπειτα Ζεὺς Κρονίδης ἔκρυψε…
Hesiod, Works and Days
-
…τοῦτο ἐνεποίει. εἴτε γὰρ μὴ ʼθέλοιεν δεδιότες ἀλλήλοις προσιέναι, ἀπώλλυντο ἐρῆμοι, καὶ οἰκίαι πολλαὶ ἐκενώθησαν ἀπορίᾳ τοῦ θεραπεύσοντος · εἴτε προσίοιεν, διεφθείροντο, καὶ μάλιστα οἱ ἀρετῆς τι μεταποιούμενοι · αἰσχύνῃ γὰρ ἠφείδουν σφῶν αὐτῶν ἐσιόντες παρὰ…
Thucydides, The Peloponnesian War
-
…δὲ ταῦθʼ οὕτως ἔχει, δῆλον ὅτι δεῖ τὸν πολιτικὸν εἰδέναι πως τὰ περὶ ψυχῆς, ὥσπερ καὶ τὸν ὀφθαλμοὺς θεραπεύσοντα καὶ πᾶν ; τὸ ; σῶμα, καὶ μᾶλλον ὅσῳ τιμιωτέρα καὶ βελτίων ἡ πολιτικὴ τῆς ἰατρικῆς · τῶν δʼ…
Aristotle, Nicomachean Ethics
-
…καθαρμοῖσιν, τά τε ματρὸς μεγάλας ὄρ για Κυβέλας θεμιτεύων, ἀνὰ θύρσον τε τινάσσων, κισσῷ τε στεφανωθεὶς Διόνυσον θεραπεύει. ἴτε βάκχαι, ἴτε βάκχαι, Βρόμιον παῖδα θεὸν θεοῦ Διόνυσον κατάγουσαι Φρυγίων ἐξ ὀρέων Ἑλ λάδος εἰς εὐρυχόρους…
Euripides, Bacchae