θεραπευτήρ
θεραπευτήρ, attendant
θερᾰπ-ευτήρ, ῆρος, ὁ,
- attendant, Aristox. Fr. Hist. 15, Plu. Lyc. 11, Charito 4.1; ὁ περὶ τὸ σῶμα θ. X. Cyr. 7.5.65; τοῦ ἄντρου Max.Tyr. 14.2 (pl.).
θεραπευτήρ, ῆρος (ὁ) [ᾰ] c. le suiv. Archyt. (Ath. 545f) ; Xén. Cyr. 7, 5, 65 ; Plut. Lyc. 11.
θεραπευτήρ, ῆρος, ὁ, = θεραπευτής.
θεραπευτήρ
θερᾰπευτήρ, ῆρος,
= θεραπευτής
- ὁ περὶ τὸ σῶμα θ. Xen.