θηρατήρ
θηρατήρ, a hunter
θηρ-ᾱτήρ, Ion. θηρ-ητήρ, ῆρος, ὁ,
- poet. for θηρατής, Il. 5.51, etc.; ἀνδρὸς θηρητῆρος 21.574; κοῦροι θ. 17.726.
θηρατήρ, ῆρος (ὁ) [ᾱ] chasseur, Philstr. 864 ||
➳ Ion. θηρητήρ, Il. 5, 51, etc.
Étym. θηράω.
θηρατήρ, [ᾱ], ῆρος, ὁ, Jäger, Philostr. S. θηρητήρ.
θηρατήρ
θηράω
- a hunter, Il.