About Report a problem

Menu

θηρατήριος

θηρατήριος, hunting implement

θηρ-ᾱτήριος, α, ον,
  • = θηρατικός, c. gen., ἴυγγα θ. ἔρωτος S. Fr. 474.1.
    • II Subst. -ατήριον, τό, hunting implement, Hsch. s.v. ἄγκιστρον.

Saved

Recent