θηρατήριος
θηρατήριος, hunting implement
θηρ-ᾱτήριος, α, ον,
- = θηρατικός, c. gen., ἴυγγα θ. ἔρωτος S. Fr. 474.1.
- II Subst. -ατήριον, τό, hunting implement, Hsch. s.v. ἄγκιστρον.
θηρατήριος, α, ον [ᾱ] qui sert à la chasse, propre à amorcer, Soph. fr. 121.
Étym. θηράω.
θηρατήριος, zum Jagen, Fangen geschickt, Soph.frg. 121.