About Report a problem

Menu

θηρατός

θηρατός, to be caught

θηρ-ᾱτός, ή, όν,
  • to be caught: metaph., attainable, τὴν ἕξιν ᾗ τὰ καλὰ θ. γίγνεται τοῖς ἀνθρώποις Plb. 10.47.11; οὐδʼ ὅλως ἐπιστήμῃ θ. ὁ καιρός, ἀλλὰ δόξῃ D.H. Comp. 12; κριτήριον οὐδὲ στοχασμῷ θ. Phld. Rh. 1.167 S.

Saved

Recent