θλιβίας Save LSJ Bailly 2024 Pape θλῐβ-ίας, ου, ὁ, = θλαδίας, Str. 13.4.1. θλιβίας, ου (ὁ) [ῐβ] eunuque, Str. 623. Étym. θλίβω. θλιβίας, [λῑ], ὁ, = θλαδίας, Strab. XIII.623.