θλιμμός Save LSJ Bailly 2024 Pape θλιμμός, ὁ, = θλῖψις, LXX Ex. 3.9. θλιμμός, οῦ (ὁ) affliction, Spt. Ex. 3, 9 ; Deut. 26, 7. Étym. θλίβω. θλιμμός, ὁ, = θλῖψις, LXX.