Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
θλιπτικῶς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
θινώδης
θίξις
θιπόβρωτος
θίς
θίσβη
Θίσβη
θιώτης
θλαδίας
θλαδιάω
θλασίας
θλάσις
θλάσμα
θλάσπι
θλασπίδιον
θλάσπις
θλάσσω
θλάστης
θλαστικός
θλαστός
θλάττω
θλάω
θλιβερός
θλιβή
θλίβη
θλιβίας
θλίβω
θλιβώδης
θλίμμα
θλιμμός
θλιπτικός
θλιπτικῶς
θλῖψις
θλυπίς
Θμουΐτης νομός
θνα
θνᾴσκω
θνατογενής
θνατός
θνηξιμαῖος
θνησείδιον
θνησείδιος
θνησιμαῖος
θνῆσις
θνῄσκω
θνητάδιος
θνητογαμία
θνητογενής
θνητοειδής
θνητός
θνητότης
θνητόψυχος
θοάζω
Θοαί
Θοαντιάς
θόαξος
θοάς
Θόας
θόασμα
θοδράκιον
Θόη
θοῃρός
…
θλιπτικῶς
Save
Bailly 2024
θλιπτικῶς,
adv.
en accablant,
Sext.
M.
10, 83
.
Étym.
θλίβω
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}