Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
καθαρτέον
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
καθαριεύω
καθαρίζω
καθάριος
καθαριότης
καθαριόω
καθάρισις
καθαρισμός
καθαριστήριον
καθαριστής
καθαρίως
κάθαρμα
καθαρματώδης
καθαρμόζω
καθαρμός
καθάρμοσις
καθαροδίαιτος
καθαρολογέω
καθαροποιέω
καθαρός
καθαρότευκτος
καθαρότης
καθαρουργεῖον
καθαρουργία
καθαρουργικός
καθαρουργός
καθαροφόνος
καθαρπαγή
καθαρπάζω
καθάρσιος
κάθαρσις
καθαρτέον
καθαρτέος
καθαρτήρ
καθαρτήριος
καθαρτής
καθαρτικός
καθάρτρια
κάθαρτρον
καθάρυλλος
καθαρύλλως
καθαρώδης
καθαρῶς
καθαυαίνω
καθαυτό
καθαυτόν
κάθαψις
κάθε
καθεδοῦμαι
καθέδρα
καθεδράριον
καθέδριον
καθέδριος
καθεδρωτός
καθέζομαι
καθέηκα
καθείατο
καθεῖκα
καθειλίσσω
καθείλομεν
καθεῖλον
καθεῖμαι
…
καθαρτέον
Save
Bailly 2024
καθαρτέον
[
κᾰ
]
vb. de
καθαίρω,
Hpc.
417 ;
Geop.
10, 77, 2
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}