καθαρουργικός
καθαρουργικός, sifted, fine
κᾰθᾰρουργ-ικός, ή, όν,
- sifted, fine, γῦρις Gp. 20.35.
καθαρουργικός, ή, όν [ᾰᾰ] épuré, Geop. 20, 35.
Étym. κ. ἔργον.
καθαρουργικός, ή, όν, rein gemacht, vom Mehl, Geop.