κακομέτρητος
κακομέτρητος, illmeasured
κᾰκομέτρ-ητος, ον,
- ill-measured: τὸ κ., = sq., Eust. 1644.32.
κακομέτρητος, schlecht gemessen, Eust.
κακομέτρητος, illmeasured