κακοκτέριστος Save LSJ Pape κᾰκο-κτέριστος, ον, gloss on ἀκτέριστος, Sch. S. Ant. 1207. κακοκτέριστος, schlecht bestattet, Schol. Soph. Ant. 1207, Erkl. von ἀκτέριστος.