κακολογικός
κακολογικός, vituperative
κᾰκολογ-ικός, ή, όν,
- vituperative, τὸ κ. Arist. Rh.Al. 1440b5.
κακολογικός, ή, όν, der gern übel von Jem. spricht, Eust.
κακολογικός, vituperative