κακοσκήνης
κακοσκήνης, of a bad, mean body
κᾰκο-σκήνης, ες,
- of a bad, mean body, AP 7.401 (Crin.).
κακοσκήνης
κᾰκο-σκήνης, ες
σκῆνος
- of a bad, mean body, Anth.