κακόσινος
κακόσινος, very harmful
κᾰκό-σῐνος, ον,
- very harmful, in Sup. -ώτατος (v.l. -ώτερος) Hp. Fract. 46.
κακό·σινος, ος, ον [ᾰῑ] tout à fait nuisible, Hpc. 778, au sup. -ότατος.
Étym. κ. σίνομαι.
κακόσινος, [ῑ], sehr schädlich, Hippocr.