κακόρρυπος
κακόρρυπος, very filthy
κᾰκό-ρρῠπος, ον,
- filthy, Aesop. 73 (= Babr. 10.1).
κακό·ρρυπος, ος, ον [ᾰῠ] tout à fait sale, Babr. 10, 1.
Étym. κ. ῥύπος.
κακόρρυπος, = κακορρύπαρος, Babr. 10.1.
κακόρρυπος
- very filthy, Babr.