κακοσυμβίβαστος
κακοσυμβίβαστος, hard to reconcile
κᾰκο-συμβίβαστος [ῐ], ον,
- hard to reconcile, Eust. 1946.13.
κακοσυμβίβαστος, schwer zu vereinigen, Eust.
κακοσυμβίβαστος, hard to reconcile