κακόσπλαγχνος
κακόσπλαγχνος, faint-hearted
κᾰκό-σπλαγχνος, ον,
- faint-hearted, A. Th. 237.
κακό·σπλαγχνος, ος, ον [ᾰ] au cœur craintif, lâche, Eschl. Sept. 237.
Étym. κ. σπλάγχνον.
κακόσπλαγχνος, furchtsam, Aesch. Spt. 219.
κακόσπλαγχνος
κᾰκό-σπλαγχνος, ον
σπλάγχνον
- faint-hearted, Aesch.