κακόρρυγχος
κακόρρυγχος, with ugly muzzles
κᾰκό-ρρυγχος, ον,
- with ugly muzzles, παιδία Arr. Epict. 3.22.77.
κακό·ρρυγχος, v. κακόρρογχος.
κακόρρυγχος, mit häßlicher Schnauze, Arr. Epict. 3.22.7.