κακοφράσμων
κᾰκοφράσμων, ον, gen. ονος,
- = κακοφραδής, prob. in Theoc. 4.22; v. -Χράσμων.
κακοφράσμων, v. κακοχρήσμων.
κακοφράσμων, ον, = κακοφραδής, Theocr. 5.22, nach Meineke für κακοχράσμων.