κακοφθορεύς Save Bailly 2024 Pape κακοφθορεύς, έως (ὁ) [ᾰ] destructeur, Nic. Al. 465. Étym. cf. le suiv. κακοφθορεύς, ὁ, = κακοφθόρος, Nic. Al. 465, im gen. κακοφθορέος.