κατάδειπνον Save LSJ Bailly 2024 Pape κατάδειπν-ον, τό, = δεῖπνον, οἰωνῶν Man. 4.200 (pl.). κατά·δειπνον, ου (τὸ) repas, d’où pâture, Man. 4, 200. Étym. κ. δεῖπνον. κατάδειπνον, τό, = δεῖπνον, Man. 4.200.