καταδειμαίνω Save καταδειμαίνω, fear LSJ Bailly 2024 καταδειμαίνω, fear, τὸ μέγεθος τῆς φύσεως Eun. VS p.487 B. κατα·δειμαίνω, craindre tout à fait, Eun. p. 138.