καταθωπεύω
καταθωπεύω,
- strengthd. for θωπεύω, δώροις τοὺς πολεμίους Agath. 5.14, cf. Sch. Theoc. 6.30.
καταθωπεύω, schmeicheln, Schol. Theocr. 6.30.