κατάθρυπτος
κατάθρυπτος, mincing, affected
κατάθρυπτος, ον, (cf. θρύπτω II.2c)
- mincing, affected, Eub. 108.
κατάθρυπτος, ος, ον, brisé, rompu, fig. Eub. fr. 108 Kock.
Étym. καταθρύπτω.
κατάθρυπτος, verweichlicht, üppig, Eubul. bei Ath. XII.553a.