καταίβασις
καταί-βᾰσις, εως, ἡ, poet. for κατάβασις, AP 11.23 (Antip.).
καταίβασις, εως (ἡ) [βᾰ] c. κατάβασις, Anth. 11, 23.
καταίβασις, ἡ, p. = κατάβασις, Antip.Sid. 1 (XI.23).
καταίβασις
καταί-βᾰσις, εως
poet. for κατάβασις, Anth.