About Report a problem

Menu

καταστρώννυμι

καταστρώννυμι, to lay low

κατα-στρώννῡμι, also καταστρωννύω LXX Jb. 12.23, Mitteis Chr. 31 viii 18 (ii B.C.): fut. -στρώσω:—Pass., fut. -στρωθήσομαι LXX Ju. 7.14: aor. -εστρώθην (v. infr.):—
  • spread out, κλίνην Hierocl. p.63 A.
    • II spread over, cover, οἶκον . . ῥόδοις Ael. VH 9.8:—Pass., πεδίον νεκρῶν κατεστρώθη was strewed with . ., D.S. 14.114; σκορπίων κανθήλιον -εστρωμένον Str. 14.2.26.
    • III lay low, δάμαρτα καὶ παῖδʼ ἑνὶ κατέστρωσεν βέλει E. HF 1000, cf. X. Cyr. 3.3.64:—Pass., ὡς δὲ Ἕλλησι κατέστρωντο οἱ βάρβαροι Hdt. 9.76, cf. 8.53, 1 Ep.Cor. 10.5.
    • IV layer, in Pass. of vines, Gp. 5.17.11.
      • 2 βοτάνιον κατὰ τοῦ ἐδάφους -εστρωμένον prostrate, Dsc. 2.130.

Saved

Recent