καταστοχαστικός
καταστοχαστικός, of conjecture
καταστοχ-αστικός, ή, όν,
- of conjecture, δύναμις Phld. Rh. 2.12 S.
καταστοχαστικός, ή, όν, capable de conjecturer, de deviner, gén. Clém. p. 820.
Étym. καταστοχάζομαι.
καταστοχαστικός, ή, όν, zum Erraten geschickt, erratend, Clem.Al.