Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
καταστόχασις
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
καταστηλόω
κατάστημα
καταστηματικός
κατάστημον
καταστηρίζω
καταστῆσαι
καταστιγής
κατάστιγμα
καταστίζω
κατάστικτος
καταστιλβόομαι
καταστιλβόω
καταστίλβω
κατάστιξις
καταστοιβάζω
καταστοιχειόομαι
καταστοιχειόω
καταστοιχίζω
καταστολή
καταστολίζω
καταστομίζω
καταστόμιον
καταστομίς
καταστομόω
καταστοναχέω
κατάστοργος
καταστορέννυμι
καταστόρεσις
καταστόρνυμι
καταστοχάζομαι
καταστόχασις
καταστοχασμός
καταστοχαστέον
καταστοχαστής
καταστοχαστικός
καταστοχέω
καταστραγγίζω
καταστράπτω
καταστρατεύομαι
καταστρατεύω
καταστρατηγέω
καταστρατηγία
καταστρατοπεδεία
καταστρατοπεδεύω
καταστρεβλόω
καταστρεπτικῶς
καταστρέφω
καταστρηνιάω
καταστροφεύς
καταστροφή
καταστροφικῶς
κατάστρωμα
καταστρώννυμι
καταστρωννύω
κατάστρωσις
καταστρωτέον
καταστρωτήρ
καταστρώτης
καταστυγέω
καταστυγνάζω
καταστυγνόομαι
…
καταστόχασις
Save
LSJ
καταστόχ-ᾰσις, εως, ἡ,
=
sq., τῆς ἀνατολῆς τῶν ἄστρων
Phlp.
in APo.
385.23.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}