καταστοχαστέον
καταστοχαστέον, one must guess
καταστοχ-αστέον,
- one must guess, c. acc., Ptol. Tetr. 176, Heph.Astr. 3.37.
καταστοχαστέον, vb. de καταστοχάζομαι, Ptol. Tetr. p. 176, 22.