καταστοχαστής
καταστοχαστής, one who guesses
καταστοχ-αστής, οῦ, ὁ,
- one who guesses, cj. for -στοχάσαι in Suid. s.v. προφητεία.
καταστοχαστής, ὁ, der Errater, Suid. s.v. προφητεία.