καταστραγγίζω
καταστραγγίζω, squeeze out
καταστραγγίζω, fut. -ιῶ,
- squeeze out, τὸ λοιπὸν τοῦ αἵματος -ιεῖ LXX Le. 5.9.
κατα·στραγγίζω, pressurer, exprimer, Spt. Lev. 5, 9.
καταστραγγίζω, herabträufeln lassen, LXX.