καταστόρνυμι Save Bailly 2024 Pape κατα·στόρνυμι (seul. part. prés. fém. avec sync. καστορνῦσα) c. καταστορέννυμι 2, Od. 17, 32. καταστόρνυμι, [ῡ], p. καστόρνυμι, s. καταστορέννυμι.