κατοικίς
κατοικ-ίς, ίδος, ἡ,
- v.l. for κατοικάς, Nic. Th. 558.
κατοικίς, ίδος, adj. f. c. κατοικάς, Nic. Th. 557.
κατοικίς, ίδος, ἡ, p. fem. zu κατοικίδιος, ὄρνις, Haushuhn, Nic. Ther. 557. Vgl. κατοικάς.